πόντος


πόντος
ὁ πόντος море (Πόντος Εύξε|νος Черное море, Понт; ср. Геллеспонт)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πόντος" в других словарях:

  • Πόντος — sea masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόντος — sea masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόντος — Επαρχία της Μικράς Ασίας, στο βόρειο τμήμα της Τουρκίας. Στα Β βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο, ενώ στα Α ορίζεται από την Κολχίδα, στα Δ από την Παφλαγονία και στα Ν από την Καππαδοκία. Ο Π. πήρε το όνομα αυτό και έγινε σημαντικός μόνο κατά τους… …   Dictionary of Greek

  • πόντος — ο (λ. ιταλ.) 1. το ένα εκατοστό του μέτρου, εκατοστόμετρο, δάχτυλος: Πέντε πόντους πάχος. 2. μονάδα μέτρησης σε παιχνίδι: Το παιχνίδι θα τελειώσει στους 100 πόντους. 3. θηλιά πλεχτού υφάσματος, κυρ. γυναικείας κάλτσας: Έφυγαν από την κάλτσα της… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Εύξεινος Πόντος ή Μαύρη θάλασσα — Εσωτερική θάλασσα (460.000 τ. χλμ.) που περικλείεται από την Τουρκία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία, τη Ρωσία και τη Γεωργία. Συγκοινωνεί με τη Μεσόγειο θάλασσα με το στενό του Βοσπόρου, την Προποντίδα και τα στενά των Δαρδανελίων. Οι… …   Dictionary of Greek

  • Πόντω — Πόντος sea masc nom/voc/acc dual Πόντος sea masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόντω — πόντος sea masc nom/voc/acc dual πόντος sea masc gen sg (doric aeolic) ποντίζω plunge pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ποντίζω plunge imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ποντόω throw into the sea pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Евксинский Понт — (Πόντος Εΰξεινος) древнее название Черного моря. Раньше, по преданию, оно называлось П. Αξεινος, т. е. негостеприимным, по причине бурь; но когда, начиная с VII в., берега его покрылись греческими колониями, оно стало называться Е., т. е.… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ποντόφιν — πόντος sea masc dat (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πόντε — Πόντος sea masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πόντε — πόντος sea masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)